απαλείφομαι


απαλείφομαι
απαλείφομαι, απαλείφθηκα (σπάν. απαλείφτηκα), απαλειμμένος βλ. πίν. 14

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανταναιρώ — ἀνταναιρῶ ( έω) (Α) 1. σβήνω, εξαλείφω 2. ( ούμαι) ακυρώνομαι αντίστοιχα, απαλείφομαι …   Dictionary of Greek

  • προανταναιρούμαι — έομαι, Α αποσύρομαι προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀνταναιροῦμαι «ακυρώνομαι, απαλείφομαι»] …   Dictionary of Greek

  • σβήνω — και σβένω και σβω και εσφ. τ. σβύνω Ν 1. κάνω κάτι να παύσει να καίει ή να φωτίζει 2. καταπαύω, καταπραΰνω (α. «έσβησε το πάθος του για ζωή» β. «έσβησε την δίψα του με κρασί») 3. εξαλείφω κάτι που έχει γραφεί, διαγράφω («έσβησε τα ονόματά μας από …   Dictionary of Greek